Application du Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec (tous supports)

βάλσαμο en français
βάλσαμο
se prononce
’valsamo
.
βάλσαμο
signifie en français
baume / remède
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- βάλσαμο : baume
- βάλσαμο / χρυσάνθεμο το παρθένιο : pyrèthre / grande camomille
- βάλσαμο / λειχηνόχορτο : millepertuis perforé / herbe de la Saint Jean
- βάλσαμο tolu : baume de tolu
- φυσικό βάλσαμο : baume naturel
- βάλσαμο του Περού : baume du Pérou
- βάλσαμο του Καναδά : baume de Canada
- βάλσαμο του copahu : baume de copahu
- βάλσαμο της Μέκκας / βάλσαμο της Ιουδαίας : baume de Judée / baume de la Mecque
S’abonner
0 Commentaires


