Dictionnaire Rosgovas français-grec grec-français avec ( tous supports)
Application du
bivalent en grec
bivalent
se prononce
μπιβαλάν
.
bivalent
signifie en grec
δισθενής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bivalent : δισθενής
- diol / dialcool : διόλη
- PdCl2 / chlorure de palladium bivalent : PdCl2 / χλωρίδιο του δισθενούς παλλαδίου
- MDPB / modulation par déplacement de phase bivalente : ψηφιακή PSK / ψηφιακή διαμόρφωση με μετατόπιση φάσης
- pont bivalent : γέφυρα ομολόγων χρωμοσωμάτων
- MDP bivalente / modulation par déplacement de phase bivalente : διφασική PSK / διφασική διαμόρφωση με κβάντωση φάσης
- MDP bivalente : διφασικό PSK
- code bivalent : δισθενής κώδικας / κώδικας δύο καταστάσεων
- signal bivalent : σήμα δύο τιμών
S’abonner
0 Commentaires