Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αλλοδαπός στα γαλλικά
αλλοδαπός
λέγεται
alodha’pos
.
αλλοδαπός
σημαίνει στα γαλλικά
étranger
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- υπήκοος τρίτης χώρας (Preferred) / αλλοδαπός : ressortissant d'un pays tiers (Preferred) / étranger
- αλλοδαπός : étranger (Preferred) / ressortissant étranger (Admitted)
- αλλοδαπός : étranger / personne étrangère
- αλλοδαπός μαχητής (Preferred) / ξένος μαχητής : combattant étranger
- αλλοδαπός αθλητής : sportif étranger
- αλλοδαπός σπουδαστής (Preferred) / αλλοδαπός φοιτητής (Admitted) : étudiant étranger
- ανήλικος αλλοδαπός : étranger mineur
- ξένος μη κάτοικος / αλλοδαπός μη κάτοικος : étranger non-résident
- αλλοδαπός ερευνητής : scientifique étranger (Preferred) / chercheur étranger (Admitted)
- αλλοδαπός καθηγητής : professeur étranger
Subscribe
0 Comments


