Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ανατριχίλα στα γαλλικά
ανατριχίλα
λέγεται
anatri’hila
.
ανατριχίλα
σημαίνει στα γαλλικά
chair de poule / frisson
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ανατριχίλα : puces / fourmillements
- ανατριχίλα λόγω προσαρμογής της τεχνητής θηλής στο μαστό : remontée du gobelet
Subscribe
0 Comments


