Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αντλία στα γαλλικά
αντλία
λέγεται
a’dlia
.
αντλία
σημαίνει στα γαλλικά
pompe
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αντλία : pompe
- αντλία : pompe de refoulement
- τρόμπα / αεραντλία : pompe à air
- λιπαντήρας / λιπαντική αντλία : injecteur à graisse
- γρασαδόρος / έμβολο γρασαρίσματος : pompe de graissage à tambour
- DP / αντλία αέρα αραιώσεως : DP / pompe pour l'air de dilution
- αντλία κενού : pompe à vide / pompe à dépression
Subscribe
0 Comments


