Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ατμόσφαιρα στα γαλλικά
ατμόσφαιρα
λέγεται
at’mosfera
.
ατμόσφαιρα
σημαίνει στα γαλλικά
atmosphère / ambiance
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ατμόσφαιρα : atmosphère
- ατμόσφαιρα : atmosphere
- επανείσοδος / επανείσοδος στην ατμόσφαιρα : rentrée
- συγκόληση ΜΑΑ / συγκόλληση με τόξο σε αδρανή ατμόσφαιρα : soudage MIG / soudage à l'arc en atmosphère inerte
- συγκόλληση ΜΕΑ / συγκόλληση με τόξο σε ενεργή ατμόσφαιρα : soudage MAG / soudage à l'arc en atmosphère active
- συγκόλληση ΒΑΑ / συγκόλληση με τόξο σε αδρανή ατμόσφαιρα με ηλεκτρόδιο από βολφράμιο : soudage TIG / soudage à l'arc en atmosphère inerte avec électrode de tungstène
- ατμόσφαιρα αερίου / ατμόσφαιρα αερίων : mélange gazeux
Subscribe
0 Comments


