Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δένω στα γαλλικά
δένω
λέγεται
’dheno
.
δένω
σημαίνει στα γαλλικά
lier / attacher / bander
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δένω / προσδένω : lier / fixer
- δένω κάβο : frapper une amarre
- κομποδένω / δένω κόμπο : nouer
- δένω τις κλωστές / κομποδένω τις κλωστές : nouer les fils
Subscribe
0 Comments


