Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κιμωλία στα γαλλικά
κιμωλία
λέγεται
kimo’lia
.
κιμωλία
σημαίνει στα γαλλικά
craie
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κιμωλία / ανθρακικό ασβέστιο : craie / pigment blanc CI 18
- κιμωλία : craie
- κιμωλία : craie / calcite
- κιμωλία ράπτη : craie de tailleur
- κιμωλία μπιλιάρδου : craie de billard
- κιμωλία της Ισπανίας / κιμωλία της Μπριανσόν : craie d'Espagne / craie de Briançon
- λειοτριβημένη κιμωλία : craie broyée
- κιμωλία/φυσικό ανθρακικό ασβέστιο : craie
- υπεροξείδιο περιέχει δικουμολικό υπεροξείδιο και κιμωλία : peroxyde contient du peroxyde de dicumyle et de la craie
Subscribe
0 Comments


