Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πιεστήριο στα γαλλικά
πιεστήριο
λέγεται
pies’tirio
.
πιεστήριο
σημαίνει στα γαλλικά
presse
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πατητήρι / πιεστήριο : fouloir
- πιεστήριο : pressoir
- πιεστήριο : presse
- πιεστήριο / εγκατάσταση πίεσης : installation de pressurage
- πιεστήριο : presse à masse
- πρέσσα / πιεστήριο : pressoir
- υγρή πρέσα / κύλινδρος αποστράγγισης : presse humide / rouleau essoreur
- χαρτοθέτης / εργάτης που τροφοδοτεί το πιεστήριο : margeur
- μινέρβα / μικρό πιεστήριο : minerve
Subscribe
0 Comments


