Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πυκνώνω στα γαλλικά
πυκνώνω
λέγεται
pik’nono
.
πυκνώνω
σημαίνει στα γαλλικά
serrer / s’épaissir
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πυκνώνω / η ομίχλει πυκνώνει : s'épaissir
Subscribe
0 Comments


