Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

στεγανός στα γαλλικά
στεγανός
λέγεται
steya’nos
.
στεγανός
σημαίνει στα γαλλικά
étanche
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- στεγανός / αδιάβατος : imperméable
- στεγανός / αδιαπέρατος : étanche / imperméable
- στεγανός / αδιάβατος : impénétrable
- στεγανός σιρός / σιρός ερμητικά κλειστός : silo étanche
- στεγανός νομέας : nervure étanche
- στεγανός σωλήνας : tube étanche
- στεγανός θάλαμος : caisson étanche
- αδιαπέραστοι πάγοι / στεγανός παγοσωρός : banquise impénétrable
- στεγανός στις οσμές : étanche aux odeurs
- στεγανός σε καπνούς : etanche a la fumee / impermeable a la fumee
Subscribe
0 Comments


