Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

συμπληρώνω στα γαλλικά
συμπληρώνω
λέγεται
sibli’rono
.
συμπληρώνω
σημαίνει στα γαλλικά
compléter
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ανανεώνω / συμπληρώνω : rassortir
- σύμπληρώνω μέχρι χαραγής / σύμπληρώνω μέχρι τη χαραγή : compléter au volume / compléter au trait de jauge
- γεμίζω δοχείο / γεμίζω δεξαμενή : faire le plein d'une citerne / faire le plein d'un réservoir
- συμπληρώνω με μηδενικά : garnir de zéros
- συμπληρώνω με χαρακτήρες : garnir de caractères
- συμπληρώνω την πέδη με αέρα : alimenter le frein
- συμπληρώνω τα ρευστά αποθέματα : ajouter aux réserves
- συμπληρώνω την επιχειρηματολογία : compléter l'argumentation
Subscribe
0 Comments


