Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

συνδέω στα γαλλικά
συνδέω
λέγεται
sin’dheo
.
συνδέω
σημαίνει στα γαλλικά
relier / raccorder
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- συνδέω / συναρμολογώ : ligaturer
- συνδέω : connecter / raccorder
- συνδέω / στηρίζω : être en contact
- συνδέω : rabouter
- ενώνω / συνδέω : éclisser
- συνδέω : racheter
- συνδέω / ζευγνύω : atteler / coupler
- συνδέω / κάνω συνδεσμολογία : brancher
- συνδέω βαγόνι / προσθέτω βαγόνι : ajouter un wagon / accrocher un wagon
- συνδέω έγγραφα / εκτυπώνω έγγραφα σε αλυσοειδή σειρά : imprimer en chaîne / chaîner des documents
Subscribe
0 Comments


