Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

φουσκώνω στα γαλλικά
φουσκώνω
λέγεται
fus’kono
.
φουσκώνω
σημαίνει στα γαλλικά
gonfler
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φουσκώνω ξαφνικά / τεντώνομαι ξαφνικά : se raidir brusquement / se tendre brutalement
- φουσκώνω αυτόματα όταν το πλοίο βυθίζεται : se gonfler automatiquement lorsque le navire sombre
Subscribe
0 Comments


