Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

άμεσος στα γαλλικά
άμεσος
λέγεται
’amesos
.
άμεσος
σημαίνει στα γαλλικά
direct / immédiat
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- άμεσος : immédiat / immédiate
- άμεσος ατμός / ζωντανός ατμός : vapeur directe
- άμεσος τύπος : formule simultanée
- άμεσος κύκλος : à cycle direct
- άμεσος κύκλος : cycle direct
- άμεσος μέτοχος : actionnaire direct
- direct costing / άμεσος κοστολόγηση : direct costing / méthode du prix de revient direct
- άμεσος είσοδος : entrée directe
- άμεσος απορροή / κατ'ευθείαν απορροή : écoulement direct
- άμεσος έλεγχος : commande directe
Subscribe
0 Comments


