Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ακμή στα γαλλικά
ακμή
λέγεται
ak’mi
.
ακμή
σημαίνει στα γαλλικά
prospérité / apogée
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ακμή / κόψη : can
- ακμή / κριτικό σημείο : acmé / crise
- ακμή / κορφιάς : arêtier
- ακμή / ασυνέχεια γάστρας : angle / coude
- ακμή / κόψη : taille
- ακμή / κόψη : arête / taillant
- πριονωτό / μεταλλική ακμή με αγριάδα : déchiqueté
- ακμή κοπής : coupe du diamant
- ακμή κοπής : arête de coupe
- ακμή ράχης : acné dorsale
Subscribe
0 Comments


