Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ανακατεύω στα γαλλικά
ανακατεύω
λέγεται
anaka’tevo
.
ανακατεύω
σημαίνει στα γαλλικά
mélanger / mêler / remuer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ανακατεύω τεμάχιο : mettre un paquet en pâte
Subscribe
0 Comments


