Εφαρμογή του

αναπληρωματικός στα γαλλικά
αναπληρωματικός
λέγεται
anapliromati’kos
.
αναπληρωματικός
σημαίνει στα γαλλικά
suppléant / remplaçant
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- προσωρινός διορισμός / αναπληρωματικός διορισμός : affectation ad interim
- αναπληρωματικός χειριστής φορτηγίδας : batelier suppléant
- εναλλακτικός ψυκτικός χώρος αποθήκευσης / αναπληρωματικός ψυκτικός χώρος αποθήκευσης : entrepôt frigorifique de remplacement
- αναπληρωματικός μετωπικός τροχός κωνικού οδοντωτού τροχού : roue cylindrique équivalente de la roue conique
Subscribe
0 Comments