Εφαρμογή του

αποφασίζω στα γαλλικά
αποφασίζω
λέγεται
apofa’sizo
.
αποφασίζω
σημαίνει στα γαλλικά
décider
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αποφασίζω : décider
- αποφασίζω : disposer
- αποφασίζω μεταφορές : décider les virements
- αποφασίζω εν ολομελεία / αποφασίζω σε ολομέλεια : statuer en séance plénière
- αποφασίζω την κήρυξη έκπτωσης : statuer sur la déchéance
- αποφασίζω τη διεξαγωγή αποδείξεων : décider d'ouvrir une instruction
- αποφασίζω τη διεξαγωγή αποδείξεων : ouvrir une instruction
- αποφασίζω εντός ορισμένης προθεσμίας : statuer dans le délai indiqué
- αποφασίζω την ακύρωση του συμβιβασμού : décider l'annulation du concordat
- αποφασίζω για το παραδεκτό της αίτησης : statuer sur la recevabilité de la requête
Subscribe
0 Comments