Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αργαλειός στα γαλλικά
αργαλειός
λέγεται
arya’ljos
.
αργαλειός
σημαίνει στα γαλλικά
métier à tisser
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αργαλειός : métier
- αναπηνιστήριο / αργαλειός νηματοποίησης διαλείπουσας λειτουργίας : renvideur / self-acting
- polka / αργαλειός Rachel : polka / métier Rachel
- αργαλειός ACW : métier ACW
- αργαλειός Cotton : métier Cotton
- αργαλειός levers : métier levers
- αργαλειός Malimo : métier Malimo
- αργαλειός Αράχνη : métier Arachne
- αργαλειός σαΐτας : métier à navette / métier à tisser à navette
- αργαλειός ταινιών : métier à rubans
Subscribe
0 Comments


