Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ατονία στα γαλλικά
ατονία
λέγεται
ato’nia
.
ατονία
σημαίνει στα γαλλικά
atonie / langueur
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ατονία / αδυναμία : lassitude
- ατονία : abattement
- μυατονία / μυϊκή ατονία : amyotonie
- βρογχική ατονία : débilité bronchique
- εντερική ατονία : atonie intestinale
- τριχοειδής ατονία : atonie capillaire
- ατονία στην ευρωαγορά : atonie sur l'euromarché
- μυϊκή ατονία των άκρων : acro-atonie
- ατονία ουροδόχου κύστης : apraxie vésicale
- ατονία ουροδόχου κύστης : atonie vésicale
Subscribe
0 Comments


