Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αυγό στα γαλλικά
αυγό
λέγεται
av’jo
.
αυγό
σημαίνει στα γαλλικά
oeuf
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- σπόρος / αυγό μεταξοσκώληκα : graine / oeuf de vers à soie
- τέμπερα / ζωγραφική με αυγό : détrempe / peinture à l'oeuf
- DICO 50 / ανασταλτική δόση 50 καλλιέργειας σε αυγό : DICO 50 / dose inhibitrice 50 en culture sur oeuf
- με αυγό : à l'oeuf
- κενό αυγό : oeuf vide
- άσπρο αυγό : oeuf blanc
- φρέσκο αυγό : oeuf frais
- μακρύ αυγό : oeuf long / oeuf-saucisse
- αυγό ψαριού : oeuf de poisson
- αυγό επώασης / αυγό προς επώαση : œufs à couver
Subscribe
0 Comments


