Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

βυθός στα γαλλικά
βυθός
λέγεται
vi’thos
.
βυθός
σημαίνει στα γαλλικά
fond
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- βυθός : fond marin / fond des mers
- θόλος / βυθός ουροδόχου κύστης : fond vésical / fond de la vessie
- θαλάσσιος βυθός : fonds marins / fonds des mers
- ωκεάνειος βυθός : grands fonds marins / grands fonds des océans
- θαλάσσιος βυθός / βυθός της θάλασσας : fond marin / fond de la mer
- βυθός με εμπόδια / δυσεπίβολος βυθός : mouillage malsain
- επικίνδυνος βυθός : mauvais fond
- βυθός του οφθαλμού : fond d'oeil
- ο βυθός της θαλάσσης : le lit de la mer
- βυθός συγκρατών άγκυρα : fond de bonne tenue
Subscribe
0 Comments


