Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

βόας στα γαλλικά
βόας
λέγεται
’voas
.
βόας
σημαίνει στα γαλλικά
boa
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κυνοκέφαλος βόας : Sanzinia madagascariensis
- βόας της Ιαμαϊκής : boa de la Jamaïque
- βόας του Μαυρίκιου : boa de Maurice
- βόας ο συσφιγκτήρας : boa constrictor
- βόας της Μαδαγασκάρης : boa de Madagascar
- βόας του Πουέρτο Ρίκο : boa de Porto Rico
Subscribe
0 Comments


