Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

γνωστός στα γαλλικά
γνωστός
λέγεται
yno’stos
.
γνωστός
σημαίνει στα γαλλικά
connu
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- γνωστός αποστολέας : chargeur connu / expéditeur connu
- άνθρωπος καλής φήμης / άνθρωπος ευφήμως γνωστός : homme de bonne réputation
- γνωστός προμηθευτής προμηθειών πτήσης : fournisseur connu d'approvisionnements de bord
- γνωστός προμηθευτής προμηθειών αερολιμένα : fournisseur connu de fournitures destinées aux aéroports
Subscribe
0 Comments


