Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

διεκπεραιώνω στα γαλλικά
διεκπεραιώνω
λέγεται
dhjekpere’ono
.
διεκπεραιώνω
σημαίνει στα γαλλικά
expédier
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- διεκπεραιώνω : écouler / s'occuper de
- παραλαμβάνω εμπόρευμα / διεκπεραιώνω τις διατυπώσεις για την παραλαβή εμπορεύματος : prendre livraison d'une marchandise
- διεκπεραιώνω επικοινωνία : écouler une communication
- διεκπεραιώνω τις τελωνειακές διατυπώσεις : accomplir les formalités douanières
Subscribe
0 Comments


