Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

διορθώνω στα γαλλικά
διορθώνω
λέγεται
dhior’thono
.
διορθώνω
σημαίνει στα γαλλικά
corriger
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αναθεωρώ / διορθώνω : corriger / rectifier
- αναθεωρώ / διορθώνω : réviser
- διορθώνω / ξαναδένω : rafraîchir
- διορθώνω : rectifier
- εκσφαλματώνω / αίρω σφάλματα : déboguer / mettre au point un programme
- επαναρυθμίζω / διορθώνω τη ρύθμιση : repositionner / corriger le réglage
- διορθώνω απόχρωση / προσαρμόζω απόχρωση : nuancer
- διορθώνω τη γραμμή : rectifier la voie
- θεραπεύω τα ελαττώματα / διορθώνω τις παρατυπίες : remédier aux irrégularités
- διορθώνω το τζόγο από φθορά : rattraper le jeu
Subscribe
0 Comments


