Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

διπλωματούχος στα γαλλικά
διπλωματούχος
λέγεται
dhiploma’tuhos
.
διπλωματούχος
σημαίνει στα γαλλικά
diplômé
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πτυχιούχος / διπλωματούχος : diplômé
- διπλωματούχος μαία : diplôme de sage-femme
- πτυχιούχος χειριστής / διπλωματούχος χειριστής : opérateur titulaire d'un certificat
- νοσοκόμα διπλωματούχος : infirmier diplômé / infirmière diplômée
- διπλωματούχος βιολόγος : biologiste diplomé
- διπλωματούχος ψυχολόγος : psychologue diplomé
- διπλωματούχος παιδοκόμος : puéricultrice / puéricultrice diplômée
- διπλωματούχος παιδοκόμος : puériculteur / puériculteur diplômé
- διπλωματούχος μηχανικός : ingénieur diplômé
- διπλωματούχος μηχανοδηγός : garde-moteur diplômé
Subscribe
0 Comments


