Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

είσοδος στα γαλλικά
είσοδος
λέγεται
’isodhos
.
είσοδος
σημαίνει στα γαλλικά
entrée
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- είσοδος : introduction
- είσοδος : entrée
- πόρος / είσοδος : anse / crique
- είσοδος / άνοιγμα της κυψέλης : trou de vol / trou d'envol
- είσοδος : entrée / insertion
- άνοιγμα / είσοδος : buse / entrée
- Είσοδος : entrée / saisie
- άνοιγμα / είσοδος : entrée / orifice d'entrée
Subscribe
0 Comments


