Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

εξοπλισμός στα γαλλικά
εξοπλισμός
λέγεται
eksopliz’mos
.
εξοπλισμός
σημαίνει στα γαλλικά
équipement / armement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- εξοπλισμός : équipement
- εξαρτισμός / εξοπλισμός : équipement
- συσκευή SF / μονάδα σηματοδοσίας SF : signaleur à 1 FV / signaleur à une FV
- εξοπλισμός : systèmes d'équipement
- στεγνωτήριο / εξοπλισμός στεγνώματος : matériel d'essorage et de séchage
- τροφοδοτικό / εξοπλισμός ηλεκτροπαροχής : systèmes d'alimentation en énergie
Subscribe
0 Comments


