Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

επιμήκης στα γαλλικά
επιμήκης
λέγεται
epi’mikis
.
επιμήκης
σημαίνει στα γαλλικά
oblong
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τιράντα / επιμήκης σύνδεσμος : tirant
- χρυσόρριζα / κουρκούμη η μακρά : curcuma / safran des Indes
- λωρίδα / επιμήκης δοκός : bande / barrette longitudinale
- επιμήκης οπή : trou de boutonnière
- επιμήκης ίνα : fil en long
- διαμήκης οπή / επιμήκης οπή : trou oblong
- γναθοσχιστία / συγγενής επιμήκης σχισμή της γνάθου : gnathoschisis / diastématognathie
- επιμήκης τομή : coupe développée suivant le gisement
- διαμήκης δοκός / επιμήκης δοκός : longeron / élément longitudinal
- διαμήκης τάση / επιμήκης τάση : contrainte longitudinale
Subscribe
0 Comments


