Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

εργαλείο στα γαλλικά
εργαλείο
λέγεται
erya’lio
.
εργαλείο
σημαίνει στα γαλλικά
outil
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- εργαλείο : outil / outillage
- εργαλείο : engin
- εργαλείο / μικροεργαλείο : outil / petit outillage
- εργαλείο : outil
- κόπανος / αλωνιστικό εργαλείο : fléau
- επιβολέας / εργαλείο φρεζώματος : appareil à mandriner / appareil à façonner les emboîtures
- γλύφανο / εργαλείο γλυφής : ébauchoir de modeleur
- τρυπάνι / εργαλείο διάτρησης : outil de perçage
- απολήπτης / εξαγωγέας : extracteur
- συλλήπτης / εργαλείο σύλληψης : préhenseur / outil de préhension
Subscribe
0 Comments


