Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ιδρώνω στα γαλλικά
ιδρώνω
λέγεται
i’dhrono
.
ιδρώνω
σημαίνει στα γαλλικά
suer / transpirer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
