Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ισχύω στα γαλλικά
ισχύω
λέγεται
is’hio
.
ισχύω
σημαίνει στα γαλλικά
être valable / être en vigueur
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ισχύω : prendre effet
- ισχύω : faire foi
- αρχίζω να ισχύω / τίθεμαι σε ισχύ : prendre effet (décision d'un tribunal)
- αρχίζω να ισχύω / τίθεμαι σε ισχύ : entrer en vigueur
Subscribe
0 Comments


