Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κάλτσα στα γαλλικά
κάλτσα
λέγεται
’kaltsa
.
κάλτσα
σημαίνει στα γαλλικά
chaussette / bas
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κάλτσα : chaussette
- κάλτσα / μονόπλακο : stockinette
- κολάν / κάλτσα-κυλότα : collants / bas-culotte
- καλτσάκι / κοντή κάλτσα : socquette
- μισή κάλτσα : mi-bas
- ύφασμα κάλτσα : tissu peau de mouton
- ύφασμα κάλτσα / ύφασμα μονόπλακο : tricot jersey uni
- αγγλική κάλτσα : pointe anglaise
- γαλλική κάλτσα : pointe française
- κάλτσα φαντεζί : ankle-hose
Subscribe
0 Comments


