Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κέρδος στα γαλλικά
κέρδος
λέγεται
’kerdhos
.
κέρδος
σημαίνει στα γαλλικά
gain / profit / bénéfice
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κέρδος : bénéfice
- κέρδος : hausser
- κέρδος : gain
- κέρδος / μεγέθυνση εικόνας : gain video
- κέρδος / απολαβή : gain
- κέρδος : profit
- EPIFP / αναμενόμενο κέρδος από μελλοντικά ασφάλιστρα : EPIFP / profit futur sur primes futures
- κέρδος : bénéfice/profit
- πριμ / άτζιο : agio / prime
- υπεραξία / κεφαλαιακό κέρδος : plus-value / plus-value d'actif
Subscribe
0 Comments


