Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

καθημερινή στα γαλλικά
καθημερινή
λέγεται
kathimeri’ni
.
καθημερινή
σημαίνει στα γαλλικά
jour ouvrable
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- καθημερινή δόση : dose journalière
- καθημερινή γλώσσα : langage courant
- καθημερινή εργασία : travail journalier
- καθημερινή νοσηλεία : soins normaux / soins de routine
- καθημερινή αναχώρηση : départ quotidien
- καθημερινή αποτίμηση : évaluation quotidienne au prix du marché
- βοήθεια στη καθημερινή ζωή : aide à la vie quotidienne
- καθημερινή απαίτηση περιθωρίου : marge journalière
- καθημερινή εφημερίδα των Λόυδς : liste du Lloyd
- τρέχουσα συντήρηση των μηχανών / καθημερινή συντήρηση των μηχανών : entretien courant des locomotives
Subscribe
0 Comments


