Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

καπέλο στα γαλλικά
καπέλο
λέγεται
ka’pelo
.
καπέλο
σημαίνει στα γαλλικά
chapeau
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κάψουλα / κλώστρια με καπέλο : continu à filer à cloches
- ψηλό καπέλο : chapeau haut de forme
- ανδρικό καπέλο : chapeau d'homme
- τρίκωχο καπέλο / τρίγωνο αβεβαιότητας : triangle d'erreur
- κινέζικο καπέλο : chapeau chinois
- γυναικείο καπέλο : chapeau pour femme
- αδιάβροχο καπέλο : suroît / chapeau imperméable
- καπέλο από πίλημα : chapeau en feutre
- κλώστρια με καπέλο : continu à filer à pot tournant
- ασθένεια Vern Astley / μικρό επίπεδο καπέλο : petit chapeau plat / maladie de Vern Astley
Subscribe
0 Comments


