Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κορεσμός στα γαλλικά
κορεσμός
λέγεται
korez’mos
.
κορεσμός
σημαίνει στα γαλλικά
saturation
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κορεσμός : saturation
- κόρος / κορεσμός : saturation
- φραγή / κορεσμός : pincement
- μη κορεσμός : insaturation
- ενανθράκωση / εξουδετέρωση διοξειδίου του άνθρακα : carbonatation
- υπερπληθυσμός / πληθυσμιακός κορεσμός : surpeuplement
Subscribe
0 Comments


