Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κρίνω στα γαλλικά
κρίνω
λέγεται
’krino
.
κρίνω
σημαίνει στα γαλλικά
juger
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κρίνω : juger
- κρίνω βιβλίο : rendre compte d'un ouvrage
- κρίνω ότι είμαι αναρμόδιος : décliner sa compétence
- κρίνω απαράδεκτη κάθε αίτηση : déclarer irrecevable toute requête
- προσφυγή παραδεκτή ενόψει των τυπικών προϋποθέσεων / κρίνω την προσφυγή παραδεκτή ενόψει των τυπικών προϋποθέσεων : admettre la recevabilité eu égard aux conditions de forme / admettre la recevabilité au regard des conditions de forme
- κρίνω αίτηση που έχει το ίδιο (το αυτό) αντικείμενο και την ίδια (την αυτή) αιτία : trancher une demande ayant le même objet et la même cause
Subscribe
0 Comments


