Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κόλπος στα γαλλικά
κόλπος
λέγεται
’kolpos
.
κόλπος
σημαίνει στα γαλλικά
golfe / baie
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κόλπος : golfe
- κόλπος : baie
- όρμος / μικρός κόλπος : baie
- Ομάδα "Μέση Ανατολή / Περσικός Κόλπος" : groupe MOG / Groupe "Moyen-Orient
- κλίτος δέκτη / κόλπος δέκτη : baie de récepteur
- κλίτος πομπού / κόλπος πομπού : baie d'émetteur
- ρινικός κόλπος : sinus nasal
- ρινικός κόλπος : sinus
- ρινικός κόλπος / παραρρινικός κόλπος : sinus paranasal
Subscribe
0 Comments


