Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μαστός στα γαλλικά
μαστός
λέγεται
ma’stos
.
μαστός
σημαίνει στα γαλλικά
sein
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μαστός : mamelle
- μαστός : mamelon
- μαστός : poinçon-ébaucheur
- μαστός : sein
- Mστός λεπτός / μαστός με οξεία μύτη : poinçon PSEO
- Διδυμο έμβολο / μαστός δίδυμος : poinçon jumelé
- μαστός σωλήνα : mamelon
- γαλακτοπλανία / έκτοπος μαστός : ectopie d'une glande mammaire
- χαλαρός μαστός : pis distendu
- διπλούς μαστός : mamelon double
Subscribe
0 Comments


