Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μηρός στα γαλλικά
μηρός
λέγεται
mi’ros
.
μηρός
σημαίνει στα γαλλικά
cuisse
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μηρός / μπούτι : haut de cuisse
- μηρός : cuisse
- μηρός / κν.μπούτι : cuisse
- μηρός / οπίσθιο μπούτι : cuissot / cuisseau
- κιλότο / μηρός με λεκάνη : culotte
- μισό κιλότο / μισός μηρός με λεκάνη : demi-culotte
- διπλός μηρός : culard
Subscribe
0 Comments


