Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μονοπωλώ στα γαλλικά
μονοπωλώ
λέγεται
monopo’lo
.
μονοπωλώ
σημαίνει στα γαλλικά
monopoliser
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κόρνερ / μονοπωλώ : accaparement
Subscribe
0 Comments


