Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ξύλο στα γαλλικά
ξύλο
λέγεται
’ksilo
.
ξύλο
σημαίνει στα γαλλικά
bois
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Ξύλο / ξύλο : bois
- ξύλο : bois
- έλατο / ξύλο ελάτου : sapin / bois de sapin
- λωρίδα / επιμήκης δοκός : bande / barrette longitudinale
- ματσόλα / σφυρί από ξύλο : maillet
- απελέκητο ξύλο / στρογγυλό ξύλο : bois rond / bois en grume
- λείο ξύλο / τετραγωνισμένο ξύλο : bois équarri / bois d'équarrissage
- νεκρό ξύλο : bois mort
- λευκό ξύλο : bois blanc
- χωρίς ξύλο : libéro-ligneux
Subscribe
0 Comments


