Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ογκώδης στα γαλλικά
ογκώδης
λέγεται
o’godhis
.
ογκώδης
σημαίνει στα γαλλικά
volumineux
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ογκώδης : encombrant / volumineux
- RIP-RAP / λιθοποίησις : enrochement
- ογκώδης τροφή : aliment fourrage
- ογκώδης συσκευσία : emballage collectif
- ογκώδης εξαχνωτής τιτανίου : dispositif à sublimation massive de titane
Subscribe
0 Comments


