Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

παρά στα γαλλικά
παρά
λέγεται
pa’ra
.
παρά
σημαίνει στα γαλλικά
malgré / moins
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- παρά : nonobstant
- διοξίνη / πολυχλωριωμένη διβενζοδιοξίνη : dioxine / PCDD
- παρασημία / παρα-ασυμβολία : parasémie
- παραείδωλο / παρα-ειδωλία : pareidolie
- παρα-ανοσία : paraimmunité
- παρασυστολή / παρα-αρρυθμία : pararythmie / parasystolie
- παρασυστολή / παρα-αρυθμία : pararythmie / parasystolie
- παρα-κρεσόλη : para-crésol
- παρα-υπόταξη : coordination diagonale
- βιταμίνη Bx / βιταμίνη H' : acide para-aminobenzoïque
Subscribe
0 Comments


