Εφαρμογή του

παρενόχληση στα γαλλικά
παρενόχληση
λέγεται
pare’nohlisi
.
παρενόχληση
σημαίνει στα γαλλικά
harcèlement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- παρενόχληση : harcèlement
- διατάραξη / διαταραχή : perturber / perturbation
- παρενόχληση : tenir en alerte
- συριγμός / σφύριγμα : sifflement
- ηθική παρενόχληση : harcèlement moral
- τροπική παρενόχληση : perturbation tropicale
- σεξουαλική παρενόχληση / ανεπιθύμητη σεξουαλική προσοχή : harcèlement sexuel / comportement intempestif à connotation sexuelle
- παρενόχληση εκκίνησης : perturbation au départ
- όχληση/ενόχληση : nuisance
Subscribe
0 Comments