Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

περιπλέκω στα γαλλικά
περιπλέκω
λέγεται
peri’pleko
.
περιπλέκω
σημαίνει στα γαλλικά
compliquer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
