Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πούρο στα γαλλικά
πούρο
λέγεται
’puro
.
πούρο
σημαίνει στα γαλλικά
cigare
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πούρο : cigare
- πούρο με κομμένο άκρο : cheroot / cigare à bout coupé
- πούρο με ακροστόμιο καλαμάκι : cigare à bout paille
Subscribe
0 Comments


